open space
open
'əʊpən
ewpēn
space
speɪs
speis

Ορισμός και σημασία του "open space"στα αγγλικά

01

ανοιχτός χώρος, ελεύθερος χώρος

an area that is free from buildings or other obstructions, often used for outdoor activities 
open space definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open spaces
Παραδείγματα
The park is a large open space where families can picnic and play games. 

Το πάρκο είναι ένας μεγάλος ανοιχτός χώρος όπου οι οικογένειες μπορούν να κάνουν πικνίκ και να παίζουν παιχνίδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store