Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open space
01
ανοιχτός χώρος, ελεύθερος χώρος
an area that is free from buildings or other obstructions, often used for outdoor activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open spaces
Παραδείγματα
Open spaces are essential in cities to provide areas for exercise and leisure.
Οι ανοιχτοί χώροι είναι απαραίτητοι στις πόλεις για να παρέχουν χώρους για άσκηση και αναψυχή.



























