car theft
car
kɑ:
kaa
theft
θɛft
theft

Ορισμός και σημασία του "car theft"στα αγγλικά

01

κλοπή αυτοκινήτου, κλοπή οχήματος

the crime of stealing a motor vehicle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
car thefts
Παραδείγματα
The city has seen an increase in car thefts over the past few months. 

Η πόλη έχει δει μια αύξηση στις κλοπές αυτοκινήτων τα τελευταία μήνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store