gun battle
gun
gʌn
gan
battle
bætl
bātl

Ορισμός και σημασία του "gun battle"στα αγγλικά

01

μάχη με όπλα, συμπλοκή με πυροβολικό

a fight in which people use guns to attack each other 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gun battles
Παραδείγματα
A loud gun battle was heard from across the street. 

Μια δυνατή πυροβολισμός ακούστηκε από απέναντι στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store