in power
in
ɪn
in
power
paʊə
pawe

Ορισμός και σημασία του "in power"στα αγγλικά

01

στην εξουσία, στην κυβέρνηση

having control, authority, or influence over a group, organization, or country 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The government remains in power despite protests. 

Η κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία παρά τις διαμαρτυρίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store