Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have got on
01
φορώ, έχω φορέσει
to be wearing a particular item or style of clothing
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
have got
ενεστώτας
have got on
γ΄ ενικό πρόσωπο
has got on
ενεστώτα μετοχή
having got on
απλός αόριστος
had got on
παθητική μετοχή
had got on
Παραδείγματα
I ’ve got my shoes on; let ’s go!
Έχω φορέσει τα παπούτσια μου; πάμε!
02
έχω σχέδια, έχω δεσμεύσεις
to have plans or commitments for a particular time or day
Dialect
British
Παραδείγματα
I ca n't attend the concert tonight; I've got plans on.
Δεν μπορώ να παρευρεθώ στη συναυλία απόψε· έχω σχέδια.
03
έχει ανοιχτό, είναι σε λειτουργία
to have a machine or device turned on and working
Dialect
British
Παραδείγματα
I ’ve got the fan on to keep cool.
Έχω τον ανεμιστήρα ανοιχτό για να μένω δροσερός.



























