Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have got on
01
φορώ, έχω φορέσει
to be wearing a particular item or style of clothing
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
have got
ενεστώτας
have got on
γ΄ ενικό πρόσωπο
has got on
ενεστώτα μετοχή
having got on
απλός αόριστος
had got on
παθητική μετοχή
had got on
Παραδείγματα
She’s got a red dress on for the party tonight.
Αυτή φοράει ένα κόκκινο φόρεμα για το πάρτι απόψε.
02
έχω σχέδια, έχω δεσμεύσεις
to have plans or commitments for a particular time or day
Dialect
British
Παραδείγματα
I can't meet you tomorrow; I've got a meeting on.
Δεν μπορώ να σε συναντήσω αύριο; έχω κάποιο σχέδιο.
03
έχει ανοιχτό, είναι σε λειτουργία
to have a machine or device turned on and working
Dialect
British
Παραδείγματα
She’s got the heater on because it’s chilly.
Έχει ανάψει τη θερμάστρα επειδή κάνει κρύο.



























