full meal
full
fʊl
fool
meal
mi:l
mil

Ορισμός και σημασία του "full meal"στα αγγλικά

01

πλήρες γεύμα

a complete and satisfying amount of food, typically including a main course, side dishes, and sometimes dessert 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
full meals
Παραδείγματα
They prepared a full meal to celebrate the special occasion. 

Προετοίμασαν ένα πλήρες γεύμα για να γιορτάσουν την ειδική περίσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store