to  get  stuck
get
gɛt
get
stuck
stʌk
stak

Ορισμός και σημασία του "get stuck"στα αγγλικά

to get stuck
01

to become physically unable to leave or escape from a place or situation 

συμφραστική σύναψη
Παραδείγματα
The elevator stopped working and we got stuck between floors. 

Ο ανελκυστήρας σταμάτησε να λειτουργεί και κολλήσαμε ανάμεσα στους ορόφους.

02

to be unable to progress because of a problem or difficulty 

συμφραστική σύναψη
Παραδείγματα
She got stuck on the math problem and couldn't finish her homework. 

Αυτή κολλήσει στο μαθηματικό πρόβλημα και δεν μπόρεσε να τελειώσει την εργασία της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store