in a row
in
ɪn
in
a
ə
ē
row
rəʊ
rew

Ορισμός και σημασία του "in a row"στα αγγλικά

01

διαδοχικά, συνεχόμενα

following one after another without interruptions 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Winning five games in a row boosted the team's confidence. 

Η νίκη σε πέντε παιχνίδια διαδοχικά ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση της ομάδας.

02

σε ευθεία γραμμή, διαδοχικά

in a line that is straight 
Παραδείγματα
The chairs were set up in a row for the conference. 

Οι καρέκλες ήταν τοποθετημένες σε σειρά για τη διάσκεψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store