Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lead singer
/lˈiːd sˈɪŋɚ ɔːɹ vˈoʊkəlˌɪst/
/lˈiːd sˈɪŋə ɔː vˈəʊkəlˌɪst/
Lead singer
01
κύριος τραγουδιστής, πρωταγωνιστής τραγουδιστής
the main singer in a band or group who typically performs the primary vocal parts
Παραδείγματα
The lead singer's powerful voice is a key element of the band's unique sound.
Η δυνατή φωνή του κύριου τραγουδιστή είναι ένα βασικό στοιχείο της μοναδικής ηχητικής ταυτότητας του συγκροτήματος.



























