at first
at
æt
āt
first
fɜ:st
fēst

Ορισμός και σημασία του "at first"στα αγγλικά

01

αρχικά, στην αρχή

in the beginning of a situation or stage 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
At first, the new job seemed challenging, but she quickly adapted. 

Στην αρχή, η νέα δουλειά φαινόταν δύσκολη, αλλά προσαρμόστηκε γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store