Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in character
01
στο χαρακτήρα, σύμφωνα με τον χαρακτήρα
in a way that is expected or typical for the usual traits or qualities of someone or something
Παραδείγματα
The detective ’s methodical approach was perfectly in character for solving complex cases.
Η μεθοδική προσέγγιση του ντετέκτιβ ήταν απόλυτα στο χαρακτήρα για την επίλυση περίπλοκων υποθέσεων.
02
στον χαρακτήρα, παραμένοντας στο ρόλο
in a way that matches the role or personality being portrayed
Παραδείγματα
Despite the unexpected changes, she remained in character and delivered a powerful scene.
Παρά τις απρόσμενες αλλαγές, παρέμεινε στον χαρακτήρα και παρουσίασε μια δυνατή σκηνή.



























