personal life
per
ˈpɜ:
so
nal
nəl
nēl
life
laɪf
laif

Ορισμός και σημασία του "personal life"στα αγγλικά

01

προσωπική ζωή

the private aspects of an individual’s existence that are not typically shared with the public 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In her personal life, Sarah enjoys painting landscapes and playing the piano. 

Στην προσωπική της ζωή, η Σάρα απολαμβάνει να ζωγραφίζει τοπία και να παίζει πιάνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store