Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to safeguard against
[phrase form: safeguard]
01
προστατεύω από, προφυλάσσομαι από
to take steps to protect against potential harm or danger
Παραδείγματα
Regular maintenance can safeguard against equipment failure.
Η τακτική συντήρηση μπορεί να προστατεύσει από την αστοχία του εξοπλισμού.



























