Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to safeguard against
01
προστατεύω από, προφυλάσσομαι από
to take steps to protect against potential harm or danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
safeguard
ενεστώτας
safeguard against
γ΄ ενικό πρόσωπο
safeguards against
ενεστώτα μετοχή
safeguarding against
απλός αόριστος
safeguarded against
παθητική μετοχή
safeguarded against
Παραδείγματα
They installed security cameras to safeguard against theft.
Εγκατέστησαν κάμερες ασφαλείας για να προστατευθούν από κλοπή.
LanGeek



























