Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get back at
[phrase form: get]
01
εκδικούμαι, ανταποδίδω
to take revenge on someone for something they did
Transitive: to get back at sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back at
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get back at
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets back at
ενεστώτα μετοχή
getting back at
απλός αόριστος
got back at
παθητική μετοχή
gotten back at
Παραδείγματα
He decided to get back at his friend for the prank.
Αποφάσισε να εκδικηθεί τον φίλο του για τη φάρσα.



























