to get over with
get
ˈgɛt
get
o
əʊ
ew
ver
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "get over with"στα αγγλικά

to get over with
01

τελειώνω με, απαλλάσσομαι από

to express the desire to finish something, especially something unpleasant or something that one wants to avoid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get over with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets over with
ενεστώτα μετοχή
getting over with
απλός αόριστος
got over with
παθητική μετοχή
gotten over with
Παραδείγματα
I want to get this dentist appointment over with as soon as possible. 

Θέλω να τελειώσω με αυτό το ραντεβού στον οδοντίατρο όσο πιο γρήγορα γίνεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store