Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get over with
[phrase form: get]
01
τελειώνω με, απαλλάσσομαι από
to express the desire to finish something, especially something unpleasant or something that one wants to avoid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get over with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets over with
ενεστώτα μετοχή
getting over with
απλός αόριστος
got over with
παθητική μετοχή
gotten over with
Παραδείγματα
He decided to get the paperwork over with before meeting his friends for dinner.
Αποφάσισε να ολοκληρώσει τα χαρτιά πριν συναντηθεί με τους φίλους του για δείπνο.



























