to tinker with
tin
ˈtɪn
tin
ker
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "tinker with"στα αγγλικά

to tinker with
01

πειραματίζομαι, ασχολούμαι

to make small adjustments or attempts at improvement, often in a casual or experimental manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
tinker
ενεστώτας
tinker with
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinkers with
ενεστώτα μετοχή
tinkering with
απλός αόριστος
tinkered with
παθητική μετοχή
tinkered with
Παραδείγματα
He likes to tinker with his car engine on weekends. 

Του αρέσει να πειραματίζεται με τον κινητήρα του αυτοκινήτου του τα Σαββατοκύριακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store