Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tinker with
01
πειραματίζομαι, ασχολούμαι
to make small adjustments or attempts at improvement, often in a casual or experimental manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
tinker
ενεστώτας
tinker with
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinkers with
ενεστώτα μετοχή
tinkering with
απλός αόριστος
tinkered with
παθητική μετοχή
tinkered with
Παραδείγματα
He likes to tinker with his car engine on weekends.
Του αρέσει να πειραματίζεται με τον κινητήρα του αυτοκινήτου του τα Σαββατοκύριακα.
LanGeek



























