Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dial out
01
καλώ αριθμό, κάνω κλήση
to make a phone call from one location to another, often using a conferencing system or telecommunications network
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
dial
ενεστώτας
dial out
γ΄ ενικό πρόσωπο
dials out
ενεστώτα μετοχή
dialing out
απλός αόριστος
dialed out
παθητική μετοχή
dialed out
Παραδείγματα
The manager had to dial out to connect with the remote team.
Ο διαχειριστής έπρεπε να καλέσει έξω για να συνδεθεί με την απομακρυσμένη ομάδα.
02
απομακρύνω, αφαιρώ
to adjust a setting to remove an unwanted effect
Παραδείγματα
The technician had to dial out the noise in the signal.
Ο τεχνικός έπρεπε να απομακρύνει τον θόρυβο στο σήμα.



























