to act up to
act
ækt
ākt
up
ʌp
ap
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "act up to"στα αγγλικά

to act up to
01

συμπεριφέρομαι σύμφωνα με, ικανοποιώ

to behave in a manner that meets certain expectations or standards 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
act
ενεστώτας
act up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
acts up to
ενεστώτα μετοχή
acting up to
απλός αόριστος
acted up to
παθητική μετοχή
acted up to
Παραδείγματα
He always tries to act up to his parents high expectations. 

Πάντα προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υψηλές προσδοκίες των γονιών του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store