run off with
run
rʌn
ραν
off
ɔf
οφ
with
wɪð
ουιδ
/ɹˈʌn ˈɒf wɪð/

Ορισμός και σημασία του "run off with"στα αγγλικά

to run off with
[phrase form: run]
01

το σκάω με, κλέβω και φεύγω

to steal something and leave quickly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off with
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs off with
ενεστώτα μετοχή
running off with
απλός αόριστος
ran off with
παθητική μετοχή
run off with
Παραδείγματα
She ran off with the idea and developed it into a successful project.
Αυτή έφυγε με την ιδέα και την ανέπτυξε σε ένα επιτυχημένο έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store