Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come up against
01
αντιμετωπίζω, συναντώ
to face a difficult situation, obstacle, or opponent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up against
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come up against
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes up against
ενεστώτα μετοχή
coming up against
απλός αόριστος
came up against
παθητική μετοχή
come up against
Παραδείγματα
They came up against legal obstacles that delayed the launch.
Συνάντησαν νομικά εμπόδια που καθυστέρησαν την εκκίνηση.



























