to come up against
Pronunciation
/kˈʌm ˌʌp ɐɡˈɛnst/

Ορισμός και σημασία του "come up against"στα αγγλικά

to come up against
01

αντιμετωπίζω, συναντώ

to face a difficult situation, obstacle, or opponent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up against
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come up against
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes up against
ενεστώτα μετοχή
coming up against
απλός αόριστος
came up against
παθητική μετοχή
come up against
Παραδείγματα
They came up against legal obstacles that delayed the launch.
Συνάντησαν νομικά εμπόδια που καθυστέρησαν την εκκίνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store