to come up against
come
kʌm
kam
up
ʌp
ap
a
ə
ē
gainst
ˈgenst
genst

Ορισμός και σημασία του "come up against"στα αγγλικά

to come up against
01

αντιμετωπίζω, συναντώ

to face a difficult situation, obstacle, or opponent 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up against
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come up against
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes up against
ενεστώτα μετοχή
coming up against
απλός αόριστος
came up against
παθητική μετοχή
come up against
Παραδείγματα
During the negotiations, they came up against several unexpected challenges. 

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αντιμετώπισαν αρκετές απροσδόκητες προκλήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store