Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat down on
01
χτυπά με δύναμη πάνω σε, καίει αμείλικτα
(of intense weather conditions like sun or rain) to fall on someone or something with great force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats down on
ενεστώτα μετοχή
beating down on
απλός αόριστος
beat down on
παθητική μετοχή
beaten down on
Παραδείγματα
The sun beat down on us during our hike.
Ο ήλιος έκαιγε αμείλικτα πάνω μας κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας μας.



























