Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to huddle up
01
μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι
to gather closely together in a group, often for warmth, comfort, or a private discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
huddle
ενεστώτας
huddle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
huddles up
ενεστώτα μετοχή
huddling up
απλός αόριστος
huddled up
παθητική μετοχή
huddled up
Παραδείγματα
They huddled up around the campfire to stay warm.
Συγκεντρώθηκαν γύρω από την φωτιά για να μείνουν ζεστοί.



























