Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to huddle up
[phrase form: huddle]
01
μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι
to gather closely together in a group, often for warmth, comfort, or a private discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
huddle
ενεστώτας
huddle up
γ΄ ενικό πρόσωπο
huddles up
ενεστώτα μετοχή
huddling up
απλός αόριστος
huddled up
παθητική μετοχή
huddled up
Παραδείγματα
The players huddled up on the field to hear the coach ’s instructions.
Οι παίκτες συγκεντρώθηκαν στο γήπεδο για να ακούσουν τις οδηγίες του προπονητή.



























