Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hack around
01
τεμπελιάζω, σπαταλώ χρόνο
to engage in unproductive activities, often in an aimless manner
Dialect
American
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
hack
ενεστώτας
hack around
γ΄ ενικό πρόσωπο
hacks around
ενεστώτα μετοχή
hacking around
απλός αόριστος
hacked around
παθητική μετοχή
hacked around
Παραδείγματα
They spent the afternoon hacking around instead of working on their project.
Πέρασαν το απόγευμα περιφέροντας άσκοπα αντί να δουλεύουν στο έργο τους.
LanGeek



























