Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get on with
01
συνεχίζω, ξαναρχίζω
to continue doing something, especially after being interrupted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get on with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets on with
ενεστώτα μετοχή
getting on with
απλός αόριστος
got on with
παθητική μετοχή
got on with
Παραδείγματα
After the meeting, she got on with her work.
Μετά τη συνάντηση, συνέχισε τη δουλειά της.
02
συμπεριφέρομαι καλά με, έχω καλές σχέσεις με
to have a good relationship with someone
Dialect
British
Παραδείγματα
She gets on well with all her colleagues.
Αυτή συμπεριφέρεται καλά με όλους τους συναδέλφους της.



























