Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to invite up
[phrase form: invite]
01
προσκαλώ να ανέβει, ζητώ να ανέβει
to ask someone to come to a higher level or floor, often for a social visit or gathering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
invite
ενεστώτας
invite up
γ΄ ενικό πρόσωπο
invites up
ενεστώτα μετοχή
inviting up
απλός αόριστος
invited up
παθητική μετοχή
invited up
Παραδείγματα
She invited her neighbors up to her terrace for a barbecue.
Προσκάλεσε τους γείτονές της στην ταράτσα της για μπάρμπεκιου.



























