long memory
Pronunciation
/lˈɑːŋ mˈɛmɚɹi/

Ορισμός και σημασία του "long memory"στα αγγλικά

01

μακρά μνήμη, διαρκής μνήμη

the ability to remember events or information from a long time ago
collocation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
long memories
Παραδείγματα
The old man ’s long memory allowed him to recount stories from his youth in vivid detail.
Η μακρά μνήμη του ηλικιωμένου άνδρα του επέτρεπε να αφηγείται ιστορίες από τη νεότητά του με ζωηρές λεπτομέρειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store