long memory
long
ˈlɒng
λονγκ
me
με
mo
μα
ry
ri
ρι

Ορισμός και σημασία του "long memory"στα αγγλικά

01

μακρά μνήμη, διαρκής μνήμη

the ability to remember events or information from a long time ago 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
long memories
Παραδείγματα
Politicians often have a long memory for past grievances. 

Οι πολιτικοί έχουν συχνά μακρά μνήμη για τα παρελθόντα παράπονα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store