slow order
slow
ˈsləʊ
slew
or
ɔ:
aw
der

Ορισμός και σημασία του "slow order"στα αγγλικά

01

εντολή επιβράδυνσης, οδηγία μείωσης ταχύτητας

a directive issued to reduce speed for safety reasons on a railway track 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slow orders
Παραδείγματα
The train conductor received a slow order due to construction work ahead on the tracks. 

Ο οδηγός του τρένου έλαβε μια εντολή επιβράδυνσης λόγω εργασιών κατασκευής στις ράγες μπροστά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store