train horn
train
treɪn
trein
horn
hɔ:n
hawn

Ορισμός και σημασία του "train horn"στα αγγλικά

01

κόρνα τρένου, σύριγγα τρένου

a loud device used by trains to signal their approach or presence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
train horns
Παραδείγματα
When the train horn sounded, everyone at the crossing knew to stay clear of the tracks. 

Όταν ακούστηκε η σάλπιγγα του τρένου, όλοι στη διάβαση ήξεραν ότι πρέπει να μείνουν μακριά από τις ράγες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store