compound locomotive
Pronunciation
/kˈɑːmpaʊnd lˌoʊkəmˈoʊɾɪv/

Ορισμός και σημασία του "compound locomotive"στα αγγλικά

Compound locomotive
01

σύνθετη ατμομηχανή, ατμομηχανή σύνθετης λειτουργίας

a type of steam engine where steam is used in two or more stages for improved efficiency and power output
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compound locomotives
Παραδείγματα
By the mid-20th century, advancements in diesel-electric technology led to the gradual decline of compound locomotives in favor of more efficient and reliable engines.
Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, οι προόδους στην τεχνολογία ντίζελ-ηλεκτρικής οδήγησαν στη σταδιακή παρακμή των σύνθετων ατμομηχανών υπέρ πιο αποδοτικών και αξιόπιστων κινητήρων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store