paver
pa
ˈpeɪ
pei
ver
palaverpaperpawerparer

Ορισμός και σημασία του "paver"στα αγγλικά

01

μηχανή άσφαλτοστρώσεως, επιπεδωτής

a vehicle used in construction to lay asphalt or concrete on roads and pavements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pavers
Παραδείγματα
The paver smoothed the freshly laid asphalt with precision, ensuring a level surface for the new road. 

Ο επιπεδωτής εξομάλυνε το πρόσφατα τοποθετημένο άσφαλτο με ακρίβεια, διασφαλίζοντας μια επίπεδη επιφάνεια για τον νέο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store