Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paver
01
μηχανή άσφαλτοστρώσεως, επιπεδωτής
a vehicle used in construction to lay asphalt or concrete on roads and pavements
Παραδείγματα
In urban areas, the hum of a paver at work signals progress as it transforms old streets into smooth, durable surfaces.
Στις αστικές περιοχές, ο βουητός ενός επιχωματωτή σε λειτουργία σηματοδοτεί πρόοδο καθώς μετατρέπει παλιούς δρόμους σε λείες, ανθεκτικές επιφάνειες.
Λεξικό Δέντρο
paver
pave



























