Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paver
01
μηχανή άσφαλτοστρώσεως, επιπεδωτής
a vehicle used in construction to lay asphalt or concrete on roads and pavements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pavers
Παραδείγματα
The paver smoothed the freshly laid asphalt with precision, ensuring a level surface for the new road.
Ο επιπεδωτής εξομάλυνε το πρόσφατα τοποθετημένο άσφαλτο με ακρίβεια, διασφαλίζοντας μια επίπεδη επιφάνεια για τον νέο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
paver
pave



























