turn-off
turn
tɜ:n
tēn
off
ɒf
of
turnoff

Ορισμός και σημασία του "turn-off"στα αγγλικά

01

έξοδος, διακλάδωση

a junction or exit that allows vehicles to leave the main road and access a different route or destination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turn-offs
Παραδείγματα
The next turn-off on this highway leads to the scenic route through the mountains. 

Η επόμενη έξοδος σε αυτόν τον αυτοκινητόδρομο οδηγεί στη γραφική διαδρομή μέσα από τα βουνά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store