Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Green lane
01
πράσινο μονοπάτι, πράσινη λωρίδα
a rural or unpaved road, often used for walking, cycling, or horseback riding, providing access to natural areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
green lanes
Παραδείγματα
The hikers followed the green lane through the forest to reach the picturesque lake.
Οι πεζοπόροι ακολούθησαν το πράσινο μονοπάτι μέσα από το δάσος για να φτάσουν στη γραφική λίμνη.



























