Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Country lane
01
αγροτικός δρόμος, χωματόδρομος
a narrow road in the countryside, often surrounded by fields or woods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
country lanes
Παραδείγματα
The children walked down the country lane, enjoying the peaceful sounds of nature.
Τα παιδιά περπάτησαν στον αγροτικό δρόμο, απολαμβάνοντας τους ήρεμους ήχους της φύσης.



























