aftermarket
Pronunciation
/ˈæftɝˌmɑɹkɪt/

Ορισμός και σημασία του "aftermarket"στα αγγλικά

01

δευτερογενής αγορά, μεταπωλητική αγορά

the business of selling parts or accessories for vehicles after they have been bought
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Aftermarket products can sometimes be better than the original ones.
Τα προϊόντα aftermarket μπορεί μερικές φορές να είναι καλύτερα από τα πρωτότυπα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store