aftermarket
af
ˈɑ:f
αφ
ter
τα
mar
ˌmɑ:
μα
ket
kɪt
κιτ

Ορισμός και σημασία του "aftermarket"στα αγγλικά

01

δευτερογενής αγορά, μεταπωλητική αγορά

the business of selling parts or accessories for vehicles after they have been bought 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aftermarkets
Παραδείγματα
Many car owners visit the aftermarket to find cheaper replacement parts. 

Πολλοί ιδιοκτήτες αυτοκινήτων επισκέπτονται την δευτερογενή αγορά για να βρουν φθηνότερα ανταλλακτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store