body shop
bo
ˈbɒ
bo
dy
di
di
shop
ʃɒp
shop

Ορισμός και σημασία του "body shop"στα αγγλικά

01

εργαστήριο αμαξωμάτων, τμήμα συναρμολόγησης αμαξωμάτων

a section of a factory where vehicle bodies are assembled and welded together before progressing through the production line 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
body shops
Παραδείγματα
The body shop is where the bare metal frames of vehicles are transformed into complete car bodies through precise assembly and welding processes. 

Το εργοστάσιο αμαξωμάτων είναι το μέρος όπου τα γυμνά μεταλλικά πλαίσια των οχημάτων μετατρέπονται σε πλήρη αμαξώματα μέσω ακριβών διαδικασιών συναρμολόγησης και συγκόλλησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store