paintwork
paint
ˈpeɪnt
peint
work
ˌwɜ:k
vēk

Ορισμός και σημασία του "paintwork"στα αγγλικά

01

βαφή, επίστρωση χρώματος

the outer layer of paint applied to a surface, such as a vehicle or a building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paintworks
Παραδείγματα
The car's paintwork was scratched, revealing the metal underneath. 

Η βαφή του αυτοκινήτου ήταν γρατζουνισμένη, αποκαλύπτοντας το μέταλλο από κάτω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store