shunpike
shun
ˈʃʌn
σαν
pike
paɪk
παικ

Ορισμός και σημασία του "shunpike"στα αγγλικά

01

δρόμος αποφυγής διόδων, δρόμος για την αποφυγή διοδίων

a road used to avoid paying tolls on a toll road 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shunpikes
Παραδείγματα
During peak travel seasons, many drivers opt for the shunpike to save money on tolls. 

Κατά τις εποχές αιχμής των ταξιδιών, πολλοί οδηγοί επιλέγουν τον παράκαμψη δρόμο για να εξοικονομήσουν χρήματα στα διόδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store