Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
learner’s permit
/lˈɜːnɚz pˈɜːmɪt/
/lˈɜːnəz pˈɜːmɪt/
Learner’s permit
01
άδεια εκμάθησης οδήγησης, προσωρινή άδεια οδήγησης
a document that allows someone to practice driving under supervision before obtaining a full driver's license
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
learner's permits
Παραδείγματα
A learner's permit is typically valid for a limited time and may have specific restrictions on when and where driving is allowed.
Μια άδεια εκμάθησης είναι συνήθως έγκυρη για περιορισμένο χρονικό διάστημα και μπορεί να έχει συγκεκριμένους περιορισμούς σχετικά με το πότε και πού επιτρέπεται η οδήγηση.



























