Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Learner’s permit
01
άδεια εκμάθησης οδήγησης, προσωρινή άδεια οδήγησης
a document that allows someone to practice driving under supervision before obtaining a full driver's license
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
learner's permits
Παραδείγματα
In many countries, obtaining a learner's permit requires passing a written test on traffic laws and regulations.
Σε πολλές χώρες, η απόκτηση άδειας εκμάθησης απαιτεί την επιτυχή συμπλήρωση γραπτού τεστ για τους νόμους και τους κανονισμούς κυκλοφορίας.



























