Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Key fob
01
τηλεχειριστήριο κλειδιού, κλειδί τηλεχειρισμού
a small electronic device that remotely controls functions such as locking and unlocking doors on a car
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
key fobs
Παραδείγματα
He replaced the battery in his key fob when it stopped working properly.
Άλλαξε την μπαταρία στο κλειδί αυτοκινήτου του όταν σταμάτησε να λειτουργεί σωστά.



























