Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gear down
01
μειώνω ταχύτητα, αλλάζω σε χαμηλότερη ταχύτητα
to change to a lower gear in a vehicle to reduce speed or increase power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
gear
ενεστώτας
gear down
γ΄ ενικό πρόσωπο
gears down
ενεστώτα μετοχή
gearing down
απλός αόριστος
geared down
παθητική μετοχή
geared down
Παραδείγματα
The driver gears down as he approaches the sharp turn.
Ο οδηγός αλλάζει σε χαμηλότερη ταχύτητα καθώς πλησιάζει την απότομη στροφή.



























