carpool lane
Pronunciation
/kˈɑːɹpuːl lˈeɪn/

Ορισμός και σημασία του "carpool lane"στα αγγλικά

01

λωρίδα συγκαταβατικής οδήγησης, λωρίδα για οχήματα με πολλαπλούς επιβάτες

a traffic lane reserved for vehicles with a minimum number of passengers, typically to encourage carpooling and reduce congestion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carpool lanes
Παραδείγματα
To promote environmental sustainability, many cities are expanding their carpool lane networks to encourage more people to carpool.
Για την προώθηση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, πολλές πόλεις επεκτείνουν τα δίκτυα λωρίδων συγκατοίκησης για να ενθαρρύνουν περισσότερους ανθρώπους να συγκατοικούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store