racketlon
ra
ˈræ
ραι
cket
kɪt
κιτ
lon
lɒn
λον

Ορισμός και σημασία του "racketlon"στα αγγλικά

01

ρακέτλον, Κέρδισε το πρωτάθλημα ρακέτλον πέρυσι.

a sport that combines table tennis, badminton, squash, and tennis into a single match 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
racketlons
Παραδείγματα
She won the racketlon championship last year. 

Κέρδισε το πρωτάθλημα ρακέτλον πέρυσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store