Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Branching
01
διακλάδωση, διαχωρισμός
the act of branching out or dividing into branches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
διακλάδωση, κλάδωση
the structural arrangement of constituents within a sentence, where a constituent can branch into multiple sub-constituents, indicating a hierarchical relationship and the presence of multiple levels of syntactic structure
branching
01
διακλαδισμένος, κλαδωτός
having branches
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most branching
συγκριτικός βαθμός
more branching
διαβαθμίσιμο
02
κλαδωτός, διακλαδούμενος
resembling the branches of a tree
Λεξικό Δέντρο
branching
branch



























