branching
bran
ˈbrɑ:n
μπραν
ching
ʧɪng
τσινγκ
branding

Ορισμός και σημασία του "branching"στα αγγλικά

01

διακλάδωση, διαχωρισμός

the act of branching out or dividing into branches 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

διακλάδωση, κλάδωση

the structural arrangement of constituents within a sentence, where a constituent can branch into multiple sub-constituents, indicating a hierarchical relationship and the presence of multiple levels of syntactic structure 
01

διακλαδισμένος, κλαδωτός

having branches 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most branching
συγκριτικός βαθμός
more branching
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, structure, growth
02

κλαδωτός, διακλαδούμενος

resembling the branches of a tree 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

branching
branch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store