Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emergency vehicle
01
όχημα έκτακτης ανάγκης, ασθενοφόρο
a vehicle used by emergency services such as police, fire departments, or medical services to respond to urgent situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emergency vehicles
Παραδείγματα
The city council allocated funds to purchase new emergency vehicles for the fire department.
Το δημοτικό συμβούλιο διέθεσε κεφάλαια για την αγορά νέων οχημάτων έκτακτης ανάγκης για την πυροσβεστική υπηρεσία.



























