Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to branch out
01
διαφοροποιώ, διευρύνω τους ορίζοντές μου
to expand by exploring new areas, options, or opportunities
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
branch
ενεστώτας
branch out
γ΄ ενικό πρόσωπο
branches out
ενεστώτα μετοχή
branching out
απλός αόριστος
branched out
παθητική μετοχή
branched out
Παραδείγματα
She is eager to branch out professionally and explore new career paths.
Είναι πρόθυμη να αναπτυχθεί επαγγελματικά και να εξερευνήσει νέες καριερικές διαδρομές.
02
διακλαδίζομαι, βγάζω νέους κλάδους
(of a plant or tree) to grow new parts
Intransitive
Παραδείγματα
The tree naturally branched out as it matured.
Το δέντρο απλώθηκε φυσικά καθώς ωρίμαζε.



























