to branch out
Pronunciation
/bɹˈæntʃ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "branch out"στα αγγλικά

to branch out
[phrase form: branch]
01

διαφοροποιώ, διευρύνω τους ορίζοντές μου

to expand by exploring new areas, options, or opportunities
Intransitive
to branch out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
branch
ενεστώτας
branch out
γ΄ ενικό πρόσωπο
branches out
ενεστώτα μετοχή
branching out
απλός αόριστος
branched out
παθητική μετοχή
branched out
Παραδείγματα
The company wants to branch out into international markets.
Η εταιρεία θέλει να επεκταθεί στις διεθνείς αγορές.
02

διακλαδίζομαι, βγάζω νέους κλάδους

(of a plant or tree) to grow new parts
Intransitive
Παραδείγματα
The natural tendency of the plant is to branch out, reaching for sunlight and nutrients.
Η φυσική τάση του φυτού είναι να διακλαδίζεται, φτάνοντας για το φως του ήλιου και τα θρεπτικά συστατικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store